Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Πάντα θα σε βρίσκω στο πλήθος

Όσα στιγμές σε είχα συναντήσει το ήξερα από πριν , το ένιωθα πως θα συμβεί.

Πάντα θα σε βρίσκω στο πλήθος. 

Θέλω να σου γράψω, μήνες τώρα και να σου εξομολογηθώ πως η ύπαρξή σου με πονάει πιότερο, συνάμα με την αδυναμία μου να υπάρξω κοντά σου. Να σου πω για εκείνα τα δάκρυα όταν βλέπω ένα καταπράσινο μαντήλι και θυμάμαι τα μάτια σου. Πόσο τα ντελικάτα δάχτυλά σου θύμιζαν περιστέρια σε αυλές μαρμαρωμένες, τα λευκά σου χέρια ένας κόσμος αλλιώτικος.

Πάντα θα σε βρίσκω στο πλήθος.

Θα με χαιρετάς ειρωνικά, θα με φιλάς απόμακρα αναφωνώντας ''Μα ποια αγάπη, άλλο μου εγώ;'' Θα με κοιτάζεις από την άλλη άκρη της αίθουσας, χωρίς αινίγματα, χωρίς λέξεις, χωρίς χαμένες σκέψεις.
Και οι δυο θα αναπολούμε τότε εκείνο το βράδυ. Βαλίτσες στους ώμους και να μοιραστώ την ομπρέλα μου μαζί σου, να μη νιώθουμε το σώμα μας απ'το κρύο μα να νιώθουμε ο ένας του άλλου. Μου λες σ'αγαπώ και εγώ δε μιλάω γιατί ξέρω το ψέμα. Σε μυρίζω. Καπνός, καφές και σώμα. Την κρατάω μέσα μου τη μυρωδιά σου. Κανείς δεν τη θυμίζει. Μόνο η απουσία σου. Μόνο η απελπισμένη προσπάθεια να γεμίσω το κενό με κενό μεγαλύτερο. Κάποιος που σου μοιάζει.

Πάντα θα σε βρίσκω στο πλήθος. Έχω χάσει το νόημα πλέον, έχω χάσει την ουσία. Πόσο τσακίζει την ψυχή η ίδια πτώση κάθε φορά όταν σ αντικρίζω και δεν είσαι εσύ.!
Πια καταλαβαίνω, είναι ατυχές το γεγονός, μα, πάντα θα σε βρίσκω στο πλήθος.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

[Tου φίλου Βαγγέλη Σαλαπάτα ]


Γνωστά μεσάνυχτα, νύχτες γνωστές, συχνές τον τελευταίο καιρό.
Τα μάτια θολωμένα απ’ τον καπνό των τσιγάρων.
Δε μιλάμε.
Η Σιωπή βοηθάει τ’ όνειρο στο οποίο ζωντανεύει και πάλι η μορφή σου.
Σκόρπιες εικόνες: Κάντια, Ναύπλιο, Αθήνα…
Μια ζεστή αγκαλιά με τη μουσική συνοδεία των κυμάτων κι ένα παθιασμένο φιλί στο λιμάνι πριν τον Αποχωρισμό..
Σκέψεις και δάκρυα.. Δε βγάζουν πουθενά.
Μια αορατη δύναμη με υποχρεώνει τώρα στην Απώλεια.
Μοίρα; Τύχη; Θεός;
Διχασμένος ανάμεσα στο ίσως και την πραγματικότητα
Παρακαλώ για την Αιωνιότητα του Ονείρου..



[Κείμενο του φίλου Βαγγέλη Σαλαπάτα, ελαφρώς τροποποιημένο από εμένα]

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Το εδώλιο.


"Επιστρέφω στα μέρη που συνάντησα, βράδυ το σύνηθες, εκείνους που ερωτεύτηκα. Κοιτάζω το μαρμάρινο εδώλιο και στοργικά ανακαλώ τις μνήμες. 
-Μοιάζουν τόσο ξένες τώρα, το πιστεύεις; Σαν να μην τις ζήσαμε εμείς ποτέ μα κάποιοι άλλοι. Νεφέλη η ανάμνηση μου, διαλύεται όσο κι αν πασχίζω να τη δεσω γύρω απ'τα μάτια εκείνων. Τα ξερα χόρτα και η μυρωδιά απ'τα πεύκα μας μένουν και ψυχές ανθρώπων ξεχασμένων και νεκρών. Πόσο μόνοι ήμασταν εκείνους τους χειμώνες; Πόσο ξεγέλασμενοι. Φαντάσου, ακόμη και τώρα αναρωτιέμαι ποιος ήμουν."

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

[Ιντερλούδιο σε κάτι ανυπόστατο]

[...]
Με μόνη ζωντανή ανάμνηση μια τελευταία συζήτηση, βιαστική και εξαναγκασμένη, εγώ να σου δακρύζω πως σε θέλω και εσυ ανώτερα, κοιτώντας πάντοτε κενά κι αδιάφορα κάπου πιο δίπλα, να μου λες πως δεν ξέρεις και δε μ'ερωτεύτηκες πότε.
Υπερόπτης, εγωιστής, αυθύπαρκτος, μοναδικός, ευθύς και πανέμορφος.
Να, λοιπόν, πόσα λάθος γνωρίζουμε για τους ανθρώπους που θαυμάζουμε..

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Μια παρέα δίπλα μας παραγγελνει ούζο. Ο μικρός φελλός βγαίνει και οι αναμνήσεις ξεχυνονται: καλοκαιρια στην Καντια. Βήματα σε πέτρες, να ξεποδαριαζεσαι. Τρεχαλητό στην άμμο και πίσω σημάδια στην παραλία, πρόσκαιρα. Πατούσες γεμάτες άμμο και φύκια, φούστες λεύκες, λερωμενες, να παίζουν ανάμεσα στον άνεμο και τη φαντασία. Τρεις διαφορετικές γλώσσες και ένα μίγμα τους, προσπάθεια για συνεννόηση, αναποτελεσματική, γέλια. Αγκαλιές και τραγούδια τα βράδια, φίλοι που δε θα ξαναδείς ποτέ, μερικές φορές δε θυμάσαι τα ονόματα τους, αλλά τους ξεχωρίζεις απ'τον τρόπο που χαμογελούσαν, όταν τους έλεγες πόσο θα σου λείψουν.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Αν είχα το φύλλο ενός πλατάνου
θα σου μοίραζα χαρά σε μια κηδεία φύσης νεκρής

θα σ'έντυνα στα μαύρα
και τρόπαιο
θα σε γυρνούσα
στα ψεύτικα χώματα της πόλης σου

"Δεν είμαι εγώ!"φώναζες
"Δεν είμαι εγώ,
που θα σε φέρω στα εδάφη της λύτρωσης!"

"φοβάμαι
ποια είσαι;
πού με πας;
φοβάμαι"

άλλες λέξεις δεν έλεγες στον εαυτό σου

είχες πνίξει πέντε καράβια
στα μάτια σου
όταν σε γνώρισα
φιλούσες ναυάγια
σε κρύα νερα
ξένα

δεν είσαι εσυ
δεν είσαι εκείνος
που τραγουδά
στη νεκρική τελετή
είσαι ο ένοχος
και είσαι τώρα
στην κηδεία του θύματος

θεέ μου,
τι θράσος!

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Εγώ έκλαιγα σιωπηλά κάθε βράδυ, πως δυο αιώνες μοιάσανε δυο λεπτά και δυο μερόνυχτα και πως με κράτησε μόνο μακριά της.
Εκείνη έλεγε:''Ο Έρωτας έχει υπάρξει μεγάλο ιδανικό για να το αναλώνουμε πλέον σε λόγια μιζέριας και συμπαράστασης και να το μιαίνουμε φορώντας του λογικά ταιριάσματα ανθρώπινης, απελπιστικά απελπισμένης δημιουργίας"
Και τότε κατάλαβα. Ίσως, ναι, να ήταν νωρίς.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

[Της Γεωργία Σ.]

Τα γκρίζα όνειρα στις αρχές του φθινοπώρου, με έκαναν να πιστέψω ότι υπάρχεις. Δεν ήθελα να με αφήσουν. Δεν ήθελα όμως και να σε πληγώσουν. Ήθελα να ήσουν εσύ. Είσαι εσύ; Παραίσθηση και όμως ωραία. Θωπεία και όμως συγκαταβατική. Μ’ αρέσεις. Ήθελα να έχεις όνομα. ΣΙΩΠΗ. Η σιωπή μου. Η δική σου; Τα όνειρα, σαν βεντούζες κολλημένες τυχαία σε θαλασσινές βάρκες, δε με άφησαν, ίσως και να μην ήθελα να με αφήσουν, δε με εγκατέλειψαν ποτέ, ούτε και τώρα. Προστατευτικά όπως πάντα, εξιδανικευμένα σαν εσένα. Και ποιος δεν είναι έτσι άλλωστε;

Διάφανα χέρια, διάφανη ζωή, διάφανη ψυχή. Πόσο μου αρέσει αυτό το χρώμα ! Διάφανο, το φαίνεσθαι του είναι. Μέσα από αυτό όλα καθρεπτίζονται, όλα αντανακλώνται. Κύδος, ακμή, αποτυχία, εξάψεις, παρακμή. Εσύ. Με σκέφτεσαι άραγε, ή ξεστρατίζει ο νους σου απλά για να υπάρχεις; Ναι, θα ήταν όμορφο να ήσουν εδώ. Θα ήθελα να σε είχα κοντά μου. Το γέλιο σου να αντηχεί σαν αλαλαγμός της ερήμου στους τέσσερις τοίχους του μικρού μου δωματίου. Δεν έχεις όμως γέλιο τώρα τελευταία, ούτε χαμογελάς όπως παλιά.

Κρυώνω. Πάντα κρύωνα σαν είσαι δίπλα μου. Ανέκαθεν η αύρα σου με έψυχε. Και όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν ατέρμονο βρόγχο, χοροπηδούν, πάλλονται ανάμεσα στη δικιά μου και στην δικιά σου πραγματικότητα. Μη με κοιτάς. Κοίτα τον εαυτό σου. Τα όνειρά μου σε ακολουθούν σιωπηλά, και εσύ σκέφτεσαι, υπάρχεις. Ανελλιπώς.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

[Αποσπάσματα]

Αφορμές
Κι όλα αναίτια
Κι εσυ ένας ξένος
Και δύο ζωές που δεν έπρεπε να συναντηθούν ποτέ
Όπως κι εμείς οι δύο, άλλωστε
Πόσο μοιάσαμε τελικά
Και πόσο τυφλός ήμουν που δεν το κατάλαβα ποτέ

ΜΕ ΕΜΠΟΔΊΖΕΙΣ ΑΚΟΎΣ;
Και δεν μπορώ να λατρεψω άλλον όπως εσένα
Εκείνη.
Κι εσύ, ζαφείρι στο χαμόγελο της
Μεγάλες Προσδοκίες
Και ταινίες μήκους μικρού
Μ'αγάπησες;
Ω, τι ψέμα!

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Στον Καββαδία


Άνοιξε την πόρτα
Της καμπίνας μου
Και μπήκε

Γεμάτη στη βρώμα της μηχανής
Και την αρμύρα του αέρα

Ήταν Γυμνή
Και ήταν Αποφασισμένη

με έφτυσε κατάμουτρα
Και φώναξε:

"Σε είδα το βράδυ ψυχοθήρα
Να τους περνάς απέναντι
Δε θα με πάρεις ποτέ"