Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Είσαι μόνος. Να κάτι που δεν τολμούσες να πιστέψεις, ων μικρός. Είναι δύσκολο, σχεδόν ουτοπικό, να περάσεις από τον κλειστό κόσμο, το γεμάτο μουσικές και λουλούδια και αγαπημένα χρώματα σε έναν αγώνα σκληρό. Και το χειρότερο όλων δεν είναι η πάλη, δεν είναι οι γρατζουνιές με τα αίματα που θα τρέξουν πάνω σε κάτι δήθεν χαμένες αγνότητες και παιδικές ανησυχίες. Δεν είναι τα μαχαίρια στην πλάτη, δεν είναι τα δόντια που κάποιοι ξέρουν καλά να χώνουν μέσα σου και να σε ξεσκίζουν(και λέγω φυσικά για εκείνα τα δόντια του μίσους και της ζήλειας και της αναπόσπαστα κολλητής φίλης της ανθρώπινης φύσης, της ιδιοτέλειας. Είναι πως είσαι ολομόναχος, είναι πως όταν ήρθε η στιγμή που χρειάστηκες το στήριγμα δεν ήταν κανείς εκεί, δε μιλώ για έρωτες αυτή τη στιγμή, το ξέρεις αυτό, μιλώ για ομόαιμους, λέω γι αυτους που ήσουν σιγουρος πως θα σε σηκώσουν όταν τσακίσεις τα πόδια σου, όταν σπάσεις τα κόκαλα σου πάνω σε πέτρες και σε τοίχους, όταν χτυπηθείς τόσο πολύ από το ίδιο καθημερινό αδιέξοδο που πνίγεσαι. Ξέρεις πως είναι να πνίγεσαι; Δε σου συνιστώ να το προσπαθήσεις, πονάει. Και δεν πονάει τόσο το κορμί σου, πονάει το κεφάλι σου. Δεν είναι ψέμα, το νιώθω. Απ'την άλλη πώς να τους κατηγορήσεις; Πες μου μπορω να επιρρίψω ευθύνες; Φυσικά και δεν μπορώ. Πόσο τεράστιο είναι το δικό τους αδιέξοδο δες!!!

Ξέρω πως δεν καταλαβαίνεις αυτό που λέω αυτή τη στιγμή
Ξέρεις πως έχω σιχαθεί τα καλούπια;
Δεν μπορώ να τινάξω από πάνω μου όλη αυτή τη βρωμιά, μ'ακούς? Δεν μπορώ, αηδιάζω στη σκέψη, με καταλαβαίνεις; Δε με καταλαβαίνεις. Και με δεδομένο αυτό συνεχίζω.

Θα δεις πως κάποτε θα τα ξανακουσεις αυτά, απο τον ίδιο σου τον εαυτό.
 Έρχεται ένας καιρός που νιώθεις ότι κυλάνε μέσα σου βελόνες κι όχι αίμα.
Πώς να σου πω;;
Θες να σκίσεις το δέρμα σου και να τις βγάλεις και να τις πετάξεις μακρυά και παίρνεις το μαχαίρι και σκίζεσαι τελικά και το μόνο που βλέπεις ειναι αίμα,
δεν είναι καν κόκκινο,
είναι μαύρο και κολλάει πάνω σου.
Πώς να μην πονάω; Πες μου! Δεν μπορώ να το διώξω απο πάνω μου, γιατί δε με καταλαβαίνεις; Κοίταξε, δεν αυτοκτονώ, δεν προσπαθώ καν. Πόσο πιο δειλός μπορώ να γίνω, εξ'άλλου;

Θέλω να φύγω
και δε βλέπω πουθενά το φως
και μου τελειώνει ο αέρας.